Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατατονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κατατονία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκατατονικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατατονικός < κατατονία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατατονικόςκατατονικήκατατονικό
Γενικήκατατονικούκατατονικήςκατατονικού
Αιτιατικήκατατονικόκατατονικήκατατονικό
Κλητικήκατατονικέκατατονικήκατατονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατατονικοίκατατονικέςκατατονικά
Γενικήκατατονικώνκατατονικώνκατατονικών
Αιτιατικήκατατονικούςκατατονικέςκατατονικά
Κλητικήκατατονικοίκατατονικέςκατατονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →