κατατονικός
•
- που έχει σχέση με την κατατονία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκατατονικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατονικός < κατατονία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατατονικός | κατατονική | κατατονικό |
| Γενική | κατατονικού | κατατονικής | κατατονικού |
| Αιτιατική | κατατονικό | κατατονική | κατατονικό |
| Κλητική | κατατονικέ | κατατονική | κατατονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατατονικοί | κατατονικές | κατατονικά |
| Γενική | κατατονικών | κατατονικών | κατατονικών |
| Αιτιατική | κατατονικούς | κατατονικές | κατατονικά |
| Κλητική | κατατονικοί | κατατονικές | κατατονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →