καταυγάζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος καταυγάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταυγάζομαι | καταυγάζεσαι | καταυγάζεται | καταυγαζόμαστε | καταυγάζεστε | καταυγάζονται |
| Παρατατικός | καταυγαζόμουν / καταυγαζόμουνα | καταυγαζόσουν / καταυγαζόσουνα | καταυγαζόταν / καταυγαζότανε | καταυγαζόμασταν / καταυγαζόμαστε | καταυγαζόσασταν / καταυγαζόσαστε | καταυγάζονταν / καταυγαζόντουσαν |
| Αόριστος | καταυγάστηκα | καταυγάστηκες | καταυγάστηκε | καταυγαστήκαμε | καταυγαστήκατε | καταυγάστηκαν / καταυγαστήκαν / καταυγαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα καταυγάζομαι / θα καταυγαστώ | θα καταυγάζεσαι / θα καταυγαστείς | θα καταυγάζεται / θα καταυγαστεί | θα καταυγαζόμαστε / θα καταυγαστούμε | θα καταυγάζεστε / θα καταυγαστείτε | θα καταυγάζονται / θα καταυγαστούν / θα καταυγαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω καταυγαστεί | έχεις καταυγαστεί | έχει καταυγαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταυγαστεί | είχες καταυγαστεί | είχε καταυγαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταυγαστεί / να καταυγάζομαι / να καταυγαστώ | να έχεις καταυγαστεί / να καταυγάζεσαι / να καταυγαστείς | να έχει καταυγαστεί / να καταυγάζεται / να καταυγαστεί | να καταυγαζόμαστε / να καταυγαστούμε | να καταυγάζεστε / να καταυγαστείτε | να καταυγάζονται / να καταυγαστούν / να καταυγαστούνε |
| Προστακτική | — | καταυγάζου / καταυγάσου | — | — | καταυγάζεστε / καταυγαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →