καταφέρομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος καταφέρω Βικιλεξικό
- Καταφέρθηκε ισχυρό χτύπημα στον αντίπαλο από τον πρώτο γύρο του αγώνα στο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας.
- κατηγορώ Βικιλεξικό
- Καταφέρθηκε με πολύ σκληρά λόγια εναντίον του αντιπάλου του.
Ετυμολογία
καταφέρομαι < παθητική φωνή του ρήματος καταφέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταφέρομαι | καταφέρεσαι | καταφέρεται | καταφερόμαστε | καταφέρεστε | καταφέρονται |
| Παρατατικός | καταφερόμουν / καταφερόμουνα | καταφερόσουν / καταφερόσουνα | καταφερόταν / καταφερότανε | καταφερόμασταν / καταφερόμαστε | καταφερόσασταν / καταφερόσαστε | καταφέρονταν / καταφερόντουσαν |
| Αόριστος | καταφέρθηκα | καταφέρθηκες | καταφέρθηκε | καταφερθήκαμε | καταφερθήκατε | καταφέρθηκαν / καταφερθήκαν / καταφερθήκανε |
| Μέλλοντας | θα καταφέρομαι / θα καταφερθώ | θα καταφέρεσαι / θα καταφερθείς | θα καταφέρεται / θα καταφερθεί | θα καταφερθούμε / θα καταφερόμαστε | θα καταφέρεστε / θα καταφερθείτε | θα καταφέρονται / θα καταφερθούν / θα καταφερθούνε |
| Παρακείμενος | έχω καταφερθεί | έχεις καταφερθεί | έχει καταφερθεί | έχουμε καταφερθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταφερθεί | είχες καταφερθεί | είχε καταφερθεί | είχαμε καταφερθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταφερθεί / να καταφέρομαι / να καταφερθώ | να έχεις καταφερθεί / να καταφέρεσαι / να καταφερθείς | να έχει καταφερθεί / να καταφέρεται / να καταφερθεί | να έχουμε καταφερθεί / να καταφερθούμε / να καταφερόμαστε | να καταφέρεστε / να καταφερθείτε | να καταφέρονται / να καταφερθούν / να καταφερθούνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | καταφέρεστε / καταφερθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →