Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταφέρομαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος καταφέρω Βικιλεξικό
    • Καταφέρθηκε ισχυρό χτύπημα στον αντίπαλο από τον πρώτο γύρο του αγώνα στο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας.
  2. κατηγορώ Βικιλεξικό
    • Καταφέρθηκε με πολύ σκληρά λόγια εναντίον του αντιπάλου του.

Ετυμολογία

καταφέρομαι < παθητική φωνή του ρήματος καταφέρω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταφέρομαικαταφέρεσαικαταφέρεταικαταφερόμαστεκαταφέρεστεκαταφέρονται
Παρατατικόςκαταφερόμουν / καταφερόμουνακαταφερόσουν / καταφερόσουνακαταφερόταν / καταφερότανεκαταφερόμασταν / καταφερόμαστεκαταφερόσασταν / καταφερόσαστεκαταφέρονταν / καταφερόντουσαν
Αόριστοςκαταφέρθηκακαταφέρθηκεςκαταφέρθηκεκαταφερθήκαμεκαταφερθήκατεκαταφέρθηκαν / καταφερθήκαν / καταφερθήκανε
Μέλλονταςθα καταφέρομαι / θα καταφερθώθα καταφέρεσαι / θα καταφερθείςθα καταφέρεται / θα καταφερθείθα καταφερθούμε / θα καταφερόμαστεθα καταφέρεστε / θα καταφερθείτεθα καταφέρονται / θα καταφερθούν / θα καταφερθούνε
Παρακείμενοςέχω καταφερθείέχεις καταφερθείέχει καταφερθείέχουμε καταφερθεί——
Υπερσυντέλικοςείχα καταφερθείείχες καταφερθείείχε καταφερθείείχαμε καταφερθεί——
Υποτακτικήνα έχω καταφερθεί / να καταφέρομαι / να καταφερθώνα έχεις καταφερθεί / να καταφέρεσαι / να καταφερθείςνα έχει καταφερθεί / να καταφέρεται / να καταφερθείνα έχουμε καταφερθεί / να καταφερθούμε / να καταφερόμαστενα καταφέρεστε / να καταφερθείτενα καταφέρονται / να καταφερθούν / να καταφερθούνε
Προστακτική————καταφέρεστε / καταφερθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →