Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταφερτζής

/ka.ta.feɾˈd͡zis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείοπου είναι καταφερτζής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταφερτζής < καταφέρ(νω) + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταφερτζής / καταφερτζού / καταφερτζής / καταφερτζήδικο / καταφερτζίδικοκαταφερτζήδες / καταφερτζούδες / καταφερτζήδες / καταφερτζήδικα / καταφερτζίδικα
Γενικήκαταφερτζή / καταφερτζούς / καταφερτζή / καταφερτζήδικου / καταφερτζίδικουκαταφερτζήδων / καταφερτζούδων / καταφερτζήδων / καταφερτζήδικων / καταφερτζίδικων
Αιτιατικήκαταφερτζή / καταφερτζού / καταφερτζή / καταφερτζήδικο / καταφερτζίδικοκαταφερτζήδες / καταφερτζούδες / καταφερτζήδες / καταφερτζήδικα / καταφερτζίδικα
Κλητικήκαταφερτζή / καταφερτζού / καταφερτζή / καταφερτζήδικο / καταφερτζίδικοκαταφερτζήδες / καταφερτζούδες / καταφερτζήδες / καταφερτζήδικα / καταφερτζίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καταφερτζής

/ka.ta.feɾˈd͡zis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοο επιτήδειος, αυτός που καταφέρνει αυτό που επιδιώκει με πρακτικούς τρόπους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταφερτζής < καταφέρ(νω) + -τζής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταφερτζήςκαταφερτζούκαταφερτζήδικο / καταφερτζίδικο
Γενικήκαταφερτζήκαταφερτζούςκαταφερτζήδικου / καταφερτζίδικου
Αιτιατικήκαταφερτζήκαταφερτζούκαταφερτζήδικο / καταφερτζίδικο
Κλητικήκαταφερτζήκαταφερτζούκαταφερτζήδικο / καταφερτζίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταφερτζήδεςκαταφερτζούδεςκαταφερτζήδικα / καταφερτζίδικα
Γενικήκαταφερτζήδωνκαταφερτζούδωνκαταφερτζήδικων / καταφερτζίδικων
Αιτιατικήκαταφερτζήδεςκαταφερτζούδεςκαταφερτζήδικα / καταφερτζίδικα
Κλητικήκαταφερτζήδεςκαταφερτζούδεςκαταφερτζήδικα / καταφερτζίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →