Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταφερτζού

/ka.ta.feɾˈd͡zu/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του καταφερτζής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταφερτζού < καταφερτζ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού (-τζού)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταφερτζούκαταφερτζούδες
Γενικήκαταφερτζούςκαταφερτζούδων
Αιτιατικήκαταφερτζούκαταφερτζούδες
Κλητικήκαταφερτζούκαταφερτζούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →