καταφερτζού
•
- θηλυκό του καταφερτζής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταφερτζού < καταφερτζ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού (-τζού)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταφερτζού | καταφερτζούδες |
| Γενική | καταφερτζούς | καταφερτζούδων |
| Αιτιατική | καταφερτζού | καταφερτζούδες |
| Κλητική | καταφερτζού | καταφερτζούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →