Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταφοβισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. έντρομος Βικιλεξικό
    • -Γαβ! γαβ! κλέπτης! φωνάζει άξαφνα ο Νέστωρ. Πού είναι ο κλέπτης; Είναι ένας ποντίκαρος φορτωμένος με εν στάχυ. Κατ’ αρχάς έτρεξε να κρυφθή καταφοβισμένος˙ αλλ’ άμα είδε, ότι δεν τον έφθανε ο φύλαξ, επήρε θάρρος. –Πού έκοψες αυτό το στάχυ; τον ερωτά με θυμό ο Νέστωρ. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο κλέπτης, Θρακικά Χρονικά, τχ. 37 ( 1982), σελ. 76 https://www.greek-language.gr/periodika/mags/thrakika/1982/37/134317)

Ετυμολογία

καταφοβισμένος < κατα- + φοβισμένος

Άλλοι τύποι

καταφοβισμένακαταφοβισμένεκαταφοβισμένεςκαταφοβισμένηκαταφοβισμένηςκαταφοβισμένοκαταφοβισμένοικαταφοβισμένοςκαταφοβισμένουκαταφοβισμένουςκαταφοβισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →