καταφορά
•
- η φορά προς τα κάτω, το να παίρνει (πρόσωπο, πράγμα) κατεύθυνση προς τα κάτω Βικιλεξικό
- η έκφραση αποδοκιμασίας με έντονο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταφορά < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταφορά (επίθεση, αρχαία σημασία: κάθοδος) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική invective
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταφορά | καταφορές |
| Γενική | καταφοράς | καταφορών |
| Αιτιατική | καταφορά | καταφορές |
| Κλητική | καταφορά | καταφορές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →