Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταφορά

/ka.ta.foˈɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η φορά προς τα κάτω, το να παίρνει (πρόσωπο, πράγμα) κατεύθυνση προς τα κάτω Βικιλεξικό
  2. η έκφραση αποδοκιμασίας με έντονο τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταφορά < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταφορά (επίθεση, αρχαία σημασία: κάθοδος) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική invective

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταφοράκαταφορές
Γενικήκαταφοράςκαταφορών
Αιτιατικήκαταφοράκαταφορές
Κλητικήκαταφοράκαταφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →