καταφορτώνω
•
- φορτώνω παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει Βικιλεξικό
- νεολογισμόςdownload: μεταφέρω δεδομένα ή αρχεία στον υπολογιστή μου από το διαδίκτυο Βικιλεξικό
- Για να καταφορτώσετε το εγχειρίδιο, πληκτρολογήστε τον κωδικό και κάντε κλικ στο πλήκτρο «Download»
- Αν προτιμάτε τις συνοδευτικές σημειώσεις και το εγχειρίδιο σε μορφή απλού κειμένου, μπορείτε να τα καταφορτώσετε (download) όλα μαζί σε μορφή zip.
- Προκειμένου να λειτουργεί σωστά, ο ιστότοπός μας απαιτεί λίγες σύντομες πληροφορίες υπό μορφή κειμένου, οι οποίες καταφορτώνονται από τον υπολογιστή σας και αποθηκεύονται στους λεγόμενους φακέλους cookies
Ετυμολογία
καταφορτώνω < κατα- + φορτώνω (2. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική download)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταφορτώνω | καταφορτώνεις | καταφορτώνει | καταφορτώνουμε | καταφορτώνετε | καταφορτώνουν / καταφορτώνουνε |
| Παρατατικός | καταφόρτωνα | καταφόρτωνες | καταφόρτωνε | καταφορτώναμε | καταφορτώνατε | καταφορτώναν / καταφορτώνανε / καταφόρτωναν |
| Αόριστος | καταφόρτωσα | καταφόρτωσες | καταφόρτωσε | καταφορτώσαμε | καταφορτώσατε | καταφορτώσαν / καταφορτώσανε / καταφόρτωσαν |
| Μέλλοντας | θα καταφορτώνω / θα καταφορτώσω | θα καταφορτώνεις / θα καταφορτώσεις | θα καταφορτώνει / θα καταφορτώσει | θα καταφορτώνουμε / θα καταφορτώσουμε | θα καταφορτώνετε / θα καταφορτώσετε | θα καταφορτώνουν / θα καταφορτώνουνε / θα καταφορτώσουν / θα καταφορτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταφορτώσει | έχεις καταφορτώσει | έχει καταφορτώσει | έχουμε καταφορτώσει | έχετε καταφορτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταφορτώσει | είχες καταφορτώσει | είχε καταφορτώσει | είχαμε καταφορτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταφορτώσει / να καταφορτώνω / να καταφορτώσω | να έχεις καταφορτώσει / να καταφορτώνεις / να καταφορτώσεις | να έχει καταφορτώσει / να καταφορτώνει / να καταφορτώσει | να έχουμε καταφορτώσει / να καταφορτώνουμε / να καταφορτώσουμε | να έχετε καταφορτώσει / να καταφορτώνετε / να καταφορτώσετε | να καταφορτώνουν / να καταφορτώνουνε / να καταφορτώσουν / να καταφορτώσουνε |
| Προστακτική | — | καταφόρτωνε / καταφόρτωσε | — | — | καταφορτώνετε / καταφορτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →