καταφρονήτρια
•
- θηλυκό του καταφρονητής Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: καταφρονήτρα (δημοτική)
Ετυμολογία
καταφρονήτρια < καταφρονη(τής) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταφρονήτρια | καταφρονήτριες |
| Γενική | καταφρονήτριας | καταφρονητριών |
| Αιτιατική | καταφρονήτρια | καταφρονήτριες |
| Κλητική | καταφρονήτρια | καταφρονήτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →