καταφυγή
•
- η αναζήτηση προστασίας, ασφάλειας ή βοήθειας Βικιλεξικό
- η φαντασία μας συχνά λειτουργεί σαν καταφυγή από τα προβλήματα του πραγματικού κόσμου που μας περιβάλουν
- κάποιος ή κάτι στο οποίο προστρέχει, καταφεύγει κανείς (για αναζήτηση των παραπάνω) Βικιλεξικό
- η καταφυγή του στον τοπικό βουλευτή δεν είχε το το ευεργετικό για αυτήν αποτέλεσμα που ανέμενε
Ετυμολογία
καταφυγή < αρχαία ελληνική καταφυγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταφυγή | καταφυγές |
| Γενική | καταφυγής | καταφυγών |
| Αιτιατική | καταφυγή | καταφυγές |
| Κλητική | καταφυγή | καταφυγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →