καταχερίζω
•
- χτυπώ με τα χέρια μου (σφαλιάρες, χαστούκια), δέρνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταχερίζω < κατά + χέρι + -ίζω, μεσαιωνική ελληνική
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταχερίζω | καταχερίζεις | καταχερίζει | καταχερίζουμε | καταχερίζετε | καταχερίζουν / καταχερίζουνε |
| Παρατατικός | καταχέριζα | καταχέριζες | καταχέριζε | καταχερίζαμε | καταχερίζατε | καταχέριζαν / καταχερίζαν / καταχερίζανε |
| Αόριστος | καταχέρισα | καταχέρισες | καταχέρισε | καταχερίσαμε | καταχερίσατε | καταχέρισαν / καταχερίσαν / καταχερίσανε |
| Μέλλοντας | θα καταχερίζω / θα καταχερίσω | θα καταχερίζεις / θα καταχερίσεις | θα καταχερίζει / θα καταχερίσει | θα καταχερίζουμε / θα καταχερίσουμε | θα καταχερίζετε / θα καταχερίσετε | θα καταχερίζουν / θα καταχερίζουνε / θα καταχερίσουν / θα καταχερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταχερίσει | έχεις καταχερίσει | έχει καταχερίσει | έχουμε καταχερίσει | έχετε καταχερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταχερίσει | είχες καταχερίσει | είχε καταχερίσει | είχαμε καταχερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταχερίσει / να καταχερίζω / να καταχερίσω | να έχεις καταχερίσει / να καταχερίζεις / να καταχερίσεις | να έχει καταχερίσει / να καταχερίζει / να καταχερίσει | να έχουμε καταχερίσει / να καταχερίζουμε / να καταχερίσουμε | να έχετε καταχερίσει / να καταχερίζετε / να καταχερίσετε | να καταχερίζουν / να καταχερίζουνε / να καταχερίσουν / να καταχερίσουνε |
| Προστακτική | — | καταχέριζε / καταχέρισε | — | — | καταχερίζετε / καταχερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →