Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταχθόνιος

/ka.taˈxθo.ni.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ζει στα βάθη της γης, κυρίως για μεταφυσικά πλάσματα Βικιλεξικό
    • Σὰν τὴν ἀνεμοζάλη, σὰν τὴν ἀστραπή, / γκρεμίζεις τῆς σκλαβιᾶς τὸ καταχθόνιο κτίριο / καὶ θεμελιώνεις μ’ ἆσμα νικητήριο / τῆς λευτεριᾶς τὸν πύργο τὸ φωτολαμπῆ. (Αριστομένης Προβελέγγιος, Στο Στρατό μας)
  2. μεταφορικάπου ενεργεί ή γίνεται ύπουλα, κρυφά, δόλια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταχθόνιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταχθόνιος : (μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική infernal

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταχθόνιοςκαταχθόνιακαταχθόνιο
Γενικήκαταχθόνιουκαταχθόνιαςκαταχθόνιου
Αιτιατικήκαταχθόνιοκαταχθόνιακαταχθόνιο
Κλητικήκαταχθόνιεκαταχθόνιακαταχθόνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταχθόνιοικαταχθόνιεςκαταχθόνια
Γενικήκαταχθόνιωνκαταχθόνιωνκαταχθόνιων
Αιτιατικήκαταχθόνιουςκαταχθόνιεςκαταχθόνια
Κλητικήκαταχθόνιοικαταχθόνιεςκαταχθόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →