καταχθόνιος
•
- που ζει στα βάθη της γης, κυρίως για μεταφυσικά πλάσματα Βικιλεξικό
- Σὰν τὴν ἀνεμοζάλη, σὰν τὴν ἀστραπή, / γκρεμίζεις τῆς σκλαβιᾶς τὸ καταχθόνιο κτίριο / καὶ θεμελιώνεις μ’ ἆσμα νικητήριο / τῆς λευτεριᾶς τὸν πύργο τὸ φωτολαμπῆ. (Αριστομένης Προβελέγγιος, Στο Στρατό μας)
- μεταφορικάπου ενεργεί ή γίνεται ύπουλα, κρυφά, δόλια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταχθόνιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταχθόνιος : (μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική infernal
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταχθόνιος | καταχθόνια | καταχθόνιο |
| Γενική | καταχθόνιου | καταχθόνιας | καταχθόνιου |
| Αιτιατική | καταχθόνιο | καταχθόνια | καταχθόνιο |
| Κλητική | καταχθόνιε | καταχθόνια | καταχθόνιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταχθόνιοι | καταχθόνιες | καταχθόνια |
| Γενική | καταχθόνιων | καταχθόνιων | καταχθόνιων |
| Αιτιατική | καταχθόνιους | καταχθόνιες | καταχθόνια |
| Κλητική | καταχθόνιοι | καταχθόνιες | καταχθόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →