καταχνιά
•
- αραιή ομίχλη ή παρόμοιο καιρικό φαινόμενο που μειώνει λίγο την ορατότητα στην ατμόσφαιρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταχνιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταχνιά | καταχνιές |
| Γενική | καταχνιάς | καταχνιών |
| Αιτιατική | καταχνιά | καταχνιές |
| Κλητική | καταχνιά | καταχνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →