καταχρεώνω
•
- χρεώνω με μεγάλα / δυσβάστακτα (χρηματικά) ποσά, δημιουργώ πολλά χρέη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταχρεώνω < κατα- + χρεώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταχρεώνω | καταχρεώνεις | καταχρεώνει | καταχρεώνουμε | καταχρεώνετε | καταχρεώνουν / καταχρεώνουνε |
| Παρατατικός | καταχρέωνα | καταχρέωνες | καταχρέωνε | καταχρεώναμε | καταχρεώνατε | καταχρέωναν / καταχρεώναν / καταχρεώνανε |
| Αόριστος | καταχρέωσα | καταχρέωσες | καταχρέωσε | καταχρεώσαμε | καταχρεώσατε | καταχρέωσαν / καταχρεώσαν / καταχρεώσανε |
| Μέλλοντας | θα καταχρεώνω / θα καταχρεώσω | θα καταχρεώνεις / θα καταχρεώσεις | θα καταχρεώνει / θα καταχρεώσει | θα καταχρεώνουμε / θα καταχρεώσουμε | θα καταχρεώνετε / θα καταχρεώσετε | θα καταχρεώνουν / θα καταχρεώνουνε / θα καταχρεώσουν / θα καταχρεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταχρεώσει | έχεις καταχρεώσει | έχει καταχρεώσει | έχουμε καταχρεώσει | έχετε καταχρεώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταχρεώσει | είχες καταχρεώσει | είχε καταχρεώσει | είχαμε καταχρεώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταχρεώσει / να καταχρεώνω / να καταχρεώσω | να έχεις καταχρεώσει / να καταχρεώνεις / να καταχρεώσεις | να έχει καταχρεώσει / να καταχρεώνει / να καταχρεώσει | να έχουμε καταχρεώσει / να καταχρεώνουμε / να καταχρεώσουμε | να έχετε καταχρεώσει / να καταχρεώνετε / να καταχρεώσετε | να καταχρεώνουν / να καταχρεώνουνε / να καταχρεώσουν / να καταχρεώσουνε |
| Προστακτική | — | καταχρέωνε / καταχρέωσε | — | — | καταχρεώνετε / καταχρεώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →