καταχρηστικός
•
- που σχετίζεται με την κατάχρηση ή αναφέρεται σ᾿ αυτήν, που υπερβαίνει ή και παραβαίνει τα όρια που επιτρέπονται ή ανέχονται Βικιλεξικό
- νομικός όροςπου υπερβαίνει τον νόμο Βικιλεξικό
- Καταχρηστική απεργία/αποφυγή στις αρχές/εφαρμογή νόμου/χρήση αρμοδιοτήτων.
- γραμματικήπου παραβαίνει τον κανόνα ή παρεκκλίνει από το τυπικά και θεσμικά ορθό, εφαρμόζεται ή χρησιμοποιείται κακώς Βικιλεξικό
- Καταχρηστικός τύπος: παρεισφρύω αντί παρεισφρέω.
- Καταχρηστική σημασία: λανθάνω με τη σημασία του λαθεύω, αβγό με τη σημασία του ωαρίου, λάθος με τη σημασία του λανθασμένα, απλά με τη σημασία του απλώς.
- Καταχρηστική χρήση: «μέταλλο που κατεργάστηκε» αντί «μέταλλο που έγινε αντικείμενο κατεργασίας».
- Καταχρηστικό ως προς την ορθογραφία: κάλυμα αντί κάλυμμα.
Ετυμολογία
καταχρηστικός < 1. για τη σημασία του πρώτου ορισμού (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταχρηστικός (με λανθασμένη γραμματική χρήση) < κατάχρησις < αρχαία ελληνική καταχράομαι / καταχρῶμαι < κατά + χρῶμαι 2. για τη σημασία «αυτό που παρεκκλίνει του κανονικού και συνηθισμένου σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική impropre ή/και abusif
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταχρηστικός | καταχρηστική | καταχρηστικό |
| Γενική | καταχρηστικού | καταχρηστικής | καταχρηστικού |
| Αιτιατική | καταχρηστικό | καταχρηστική | καταχρηστικό |
| Κλητική | καταχρηστικέ | καταχρηστική | καταχρηστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταχρηστικοί | καταχρηστικές | καταχρηστικά |
| Γενική | καταχρηστικών | καταχρηστικών | καταχρηστικών |
| Αιτιατική | καταχρηστικούς | καταχρηστικές | καταχρηστικά |
| Κλητική | καταχρηστικοί | καταχρηστικές | καταχρηστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →