καταχώνομαι
•
- με χώνουν κάπου όπου είναι πολύ δύσκολο να με βρει κάποιος άλλος. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταχώνομαι< παθητική φωνή του ρήματος καταχώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταχώνομαι | καταχώνεσαι | καταχώνεται | καταχωνόμαστε | καταχώνεστε | καταχώνονται |
| Παρατατικός | καταχωνόμουν / καταχωνόμουνα | καταχωνόσουν / καταχωνόσουνα | καταχωνόταν / καταχωνότανε | καταχωνόμασταν / καταχωνόμαστε | καταχωνόσασταν / καταχωνόσαστε | καταχωνόντουσαν / καταχώνονταν |
| Αόριστος | καταχώθηκα | καταχώθηκες | καταχώθηκε | καταχωθήκαμε | καταχωθήκατε | καταχωθήκαν / καταχωθήκανε / καταχώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα καταχωθώ / θα καταχώνομαι | θα καταχωθείς / θα καταχώνεσαι | θα καταχωθεί / θα καταχώνεται | θα καταχωθούμε / θα καταχωνόμαστε | θα καταχωθείτε / θα καταχώνεστε | θα καταχωθούν / θα καταχωθούνε / θα καταχώνονται |
| Παρακείμενος | έχω καταχωθεί | έχεις καταχωθεί | έχει καταχωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταχωθεί | είχες καταχωθεί | είχε καταχωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταχωθεί / να καταχωθώ / να καταχώνομαι | να έχεις καταχωθεί / να καταχωθείς / να καταχώνεσαι | να έχει καταχωθεί / να καταχωθεί / να καταχώνεται | να καταχωθούμε / να καταχωνόμαστε | να καταχωθείτε / να καταχώνεστε | να καταχωθούν / να καταχωθούνε / να καταχώνονται |
| Προστακτική | — | καταχώνου / καταχώσου | — | — | καταχωθείτε / καταχώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →