καταχώριση
•
- η εγγραφή στοιχείου σε κατάλογο, επίσημο βιβλίο, βάση δεδομένων κ.λπ. Βικιλεξικό
- η δημοσίευση ενός άρθρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταχώριση, ήδη από το 1782 ως καταχώρισις από τον Αδαμάντιο Κοραή < καταχωρί(ζω) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταχώριση | καταχωρίσεις |
| Γενική | καταχώρισης | καταχωρίσεων |
| Αιτιατική | καταχώριση | καταχωρίσεις |
| Κλητική | καταχώριση | καταχωρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →