Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταψήφιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η επικράτηση των αρνητικών ψήφων Βικιλεξικό
  2. η αρνητική ψήφος Βικιλεξικό
    • το να ψηφίζει κανείς αρνητικά

Ετυμολογία

καταψήφιση < καταψηφί(ζω) + ση. Αναλύεται σε κατα- + ψήφιση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαταψήφισηκαταψηφίσεις
Γενικήκαταψήφισηςκαταψηφίσεων
Αιτιατικήκαταψήφισηκαταψηφίσεις
Κλητικήκαταψήφισηκαταψηφίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →