καταψήφιση
•
- η επικράτηση των αρνητικών ψήφων Βικιλεξικό
- η αρνητική ψήφος Βικιλεξικό
- το να ψηφίζει κανείς αρνητικά
Ετυμολογία
καταψήφιση < καταψηφί(ζω) + ση. Αναλύεται σε κατα- + ψήφιση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταψήφιση | καταψηφίσεις |
| Γενική | καταψήφισης | καταψηφίσεων |
| Αιτιατική | καταψήφιση | καταψηφίσεις |
| Κλητική | καταψήφιση | καταψηφίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →