καταϋποχρεώνω
•
- υποχρεώνω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταϋποχρεώνω < κατα- + υποχρεώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταϋποχρεώνω | καταϋποχρεώνεις | καταϋποχρεώνει | καταϋποχρεώνουμε | καταϋποχρεώνετε | καταϋποχρεώνουν / καταϋποχρεώνουνε |
| Παρατατικός | καταϋποχρέωνα | καταϋποχρέωνες | καταϋποχρέωνε | καταϋποχρεώναμε | καταϋποχρεώνατε | καταϋποχρέωναν / καταϋποχρεώναν / καταϋποχρεώνανε |
| Αόριστος | καταϋποχρέωσα | καταϋποχρέωσες | καταϋποχρέωσε | καταϋποχρεώσαμε | καταϋποχρεώσατε | καταϋποχρέωσαν / καταϋποχρεώσαν / καταϋποχρεώσανε |
| Μέλλοντας | θα καταϋποχρεώνω / θα καταϋποχρεώσω | θα καταϋποχρεώνεις / θα καταϋποχρεώσεις | θα καταϋποχρεώνει / θα καταϋποχρεώσει | θα καταϋποχρεώνουμε / θα καταϋποχρεώσουμε | θα καταϋποχρεώνετε / θα καταϋποχρεώσετε | θα καταϋποχρεώνουν / θα καταϋποχρεώνουνε / θα καταϋποχρεώσουν / θα καταϋποχρεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταϋποχρεώσει | έχεις καταϋποχρεώσει | έχει καταϋποχρεώσει | έχουμε καταϋποχρεώσει | έχετε καταϋποχρεώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταϋποχρεώσει | είχες καταϋποχρεώσει | είχε καταϋποχρεώσει | είχαμε καταϋποχρεώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνω / να καταϋποχρεώσω | να έχεις καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνεις / να καταϋποχρεώσεις | να έχει καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνει / να καταϋποχρεώσει | να έχουμε καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνουμε / να καταϋποχρεώσουμε | να έχετε καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνετε / να καταϋποχρεώσετε | να καταϋποχρεώνουν / να καταϋποχρεώνουνε / να καταϋποχρεώσουν / να καταϋποχρεώσουνε |
| Προστακτική | — | καταϋποχρέωνε / καταϋποχρέωσε | — | — | καταϋποχρεώνετε / καταϋποχρεώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →