Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταϋποχρεώνω

ρήμα
•
  1. υποχρεώνω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταϋποχρεώνω < κατα- + υποχρεώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταϋποχρεώνωκαταϋποχρεώνειςκαταϋποχρεώνεικαταϋποχρεώνουμεκαταϋποχρεώνετεκαταϋποχρεώνουν / καταϋποχρεώνουνε
Παρατατικόςκαταϋποχρέωνακαταϋποχρέωνεςκαταϋποχρέωνεκαταϋποχρεώναμεκαταϋποχρεώνατεκαταϋποχρέωναν / καταϋποχρεώναν / καταϋποχρεώνανε
Αόριστοςκαταϋποχρέωσακαταϋποχρέωσεςκαταϋποχρέωσεκαταϋποχρεώσαμεκαταϋποχρεώσατεκαταϋποχρέωσαν / καταϋποχρεώσαν / καταϋποχρεώσανε
Μέλλονταςθα καταϋποχρεώνω / θα καταϋποχρεώσωθα καταϋποχρεώνεις / θα καταϋποχρεώσειςθα καταϋποχρεώνει / θα καταϋποχρεώσειθα καταϋποχρεώνουμε / θα καταϋποχρεώσουμεθα καταϋποχρεώνετε / θα καταϋποχρεώσετεθα καταϋποχρεώνουν / θα καταϋποχρεώνουνε / θα καταϋποχρεώσουν / θα καταϋποχρεώσουνε
Παρακείμενοςέχω καταϋποχρεώσειέχεις καταϋποχρεώσειέχει καταϋποχρεώσειέχουμε καταϋποχρεώσειέχετε καταϋποχρεώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καταϋποχρεώσειείχες καταϋποχρεώσειείχε καταϋποχρεώσειείχαμε καταϋποχρεώσει——
Υποτακτικήνα έχω καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνω / να καταϋποχρεώσωνα έχεις καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνεις / να καταϋποχρεώσειςνα έχει καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνει / να καταϋποχρεώσεινα έχουμε καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνουμε / να καταϋποχρεώσουμενα έχετε καταϋποχρεώσει / να καταϋποχρεώνετε / να καταϋποχρεώσετενα καταϋποχρεώνουν / να καταϋποχρεώνουνε / να καταϋποχρεώσουν / να καταϋποχρεώσουνε
Προστακτική—καταϋποχρέωνε / καταϋποχρέωσε——καταϋποχρεώνετε / καταϋποχρεώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →