κατεβασμένος
•
- που τον έχουν κατεβάσει Βικιλεξικό
- που έχει μεταφερθεί σε κατώτερο επίπεδο Βικιλεξικό
- που κλίνει προς τα κάτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεβασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κατεβάζω
Άλλοι τύποι
κατεβασμένακατεβασμένεκατεβασμένεςκατεβασμένηκατεβασμένηςκατεβασμένοκατεβασμένοικατεβασμένοςκατεβασμένουκατεβασμένουςκατεβασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →