κατενώπιον
•
- ακριβώς μπροστά σε κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- κατά πρόσωπο, ανφάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατενώπιον < ελληνιστική κοινή κατενώπιον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κατενώπιον < ελληνιστική κοινή κατενώπιον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →