κατεργαράκος
•
- ειρωνικά ή χαϊδευτικά ο κατεργάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεργαράκος < κατεργάρης + υποκοριστικό επίθημα -άκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατεργαράκος | κατεργαράκοι |
| Γενική | κατεργαράκου | κατεργαράκων |
| Αιτιατική | κατεργαράκο | κατεργαράκους |
| Κλητική | κατεργαράκο | κατεργαράκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →