Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατεργαράκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ειρωνικά ή χαϊδευτικά ο κατεργάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατεργαράκος < κατεργάρης + υποκοριστικό επίθημα -άκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατεργαράκοςκατεργαράκοι
Γενικήκατεργαράκουκατεργαράκων
Αιτιατικήκατεργαράκοκατεργαράκους
Κλητικήκατεργαράκοκατεργαράκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →