κατεσταλμένος
•
- που έχει κατασταλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεσταλμένος < αρχαία ελληνική κατεσταλμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταστέλλω
Άλλοι τύποι
κατεσταλμένακατεσταλμένεκατεσταλμένεςκατεσταλμένηκατεσταλμένηςκατεσταλμένοκατεσταλμένοικατεσταλμένοςκατεσταλμένουκατεσταλμένουςκατεσταλμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →