κατευθείαν
•
- για κίνηση που κατευθύνεται σε έναν προορισμό χωρίς να μεσολαβήσουν ενδιάμεσοι σταθμοί Βικιλεξικό
- το δρομολόγιο των 6.00 πηγαίνει κατευθείαν στη Θεσσαλονίκη και έτσι θα κερδίσετε σημαντικό χρόνο
- πολλές φορές δεν έπαιρνε καν πρωινό, αγόραζε κανένα σάντουιτς από το ΚΨΜ και κατευθείαν στην τάξη (Γρηγόρης Καρτέρης, Έρωτες στην άκρη, βιβλιοπωλείον της Εστίας - Ι. Δ. Κολλάρου & Σία, 2003, σελ. 74)
- για ενέργεια που γίνεται χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ενδιάμεσος παράγοντας, άνθρωπος ή άλλη ενέργεια Βικιλεξικό
- έλυσε τις ασκήσεις του κατευθείαν στο τετράδιο, χωρίς να χρησιμοποιήσει πρόχειρο
- χωρίς δισταγμό, χωρίς περιστροφές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατευθείαν < φράση ελληνιστική κοινή κατ' εὐθεῖαν (εννοείται: γραμμήν) "σε ευθεία γραμμή".
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →