Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατευθείαν

/ka.teˈfθi.an/επίρρημα
•
  1. για κίνηση που κατευθύνεται σε έναν προορισμό χωρίς να μεσολαβήσουν ενδιάμεσοι σταθμοί Βικιλεξικό
    • το δρομολόγιο των 6.00 πηγαίνει κατευθείαν στη Θεσσαλονίκη και έτσι θα κερδίσετε σημαντικό χρόνο
    • πολλές φορές δεν έπαιρνε καν πρωινό, αγόραζε κανένα σάντουιτς από το ΚΨΜ και κατευθείαν στην τάξη (Γρηγόρης Καρτέρης, Έρωτες στην άκρη, βιβλιοπωλείον της Εστίας - Ι. Δ. Κολλάρου & Σία, 2003, σελ. 74)
  2. για ενέργεια που γίνεται χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος ενδιάμεσος παράγοντας, άνθρωπος ή άλλη ενέργεια Βικιλεξικό
    • έλυσε τις ασκήσεις του κατευθείαν στο τετράδιο, χωρίς να χρησιμοποιήσει πρόχειρο
  3. χωρίς δισταγμό, χωρίς περιστροφές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατευθείαν < φράση ελληνιστική κοινή κατ' εὐθεῖαν (εννοείται: γραμμήν) "σε ευθεία γραμμή".

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →