Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατευθυντικότητα

/ka.te.fθin.diˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τεχνολογίαιδιότητα εκπεμπόμενου σήματος που αναφέρεται στη δυνατότητά του να κατευθύνεται δυνατότερα προς μία ή περισσότερες διευθύνσεις Βικιλεξικό
    • Μια άλλη ταξινόμηση των μικροφώνων γίνεται με βάση την ευαισθησίας τους στην κατευθυντικότητα, στο πόσο δηλαδή εστιάζουν στον παραγόμενο ήχο από μια ηχητική πηγή. Με βάση αυτό το χαρακτηριστικό έχουμε τα παγκατευθυντικά (omni-directional), τα δικατευθυντικά (bidirectional) και τα μονοκατευθυντικά (unidirectional).

Ετυμολογία

κατευθυντικότητα < κατευθυντικ(ός) + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική directionality)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατευθυντικότητακατευθυντικότητες
Γενικήκατευθυντικότηταςκατευθυντικοτήτων
Αιτιατικήκατευθυντικότητακατευθυντικότητες
Κλητικήκατευθυντικότητακατευθυντικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →