Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατευθύνομαι

ρήμα
•
  1. με κατευθύνουν Βικιλεξικό
  2. με μέση διάθεσηκατευθύνω τον εαυτό μου, προχωρώ προς μια ορισμένη κατεύθυνση Βικιλεξικό
    • βρισκόμαστε στη Λάρισα και κατευθυνόμαστε προς τη Θεσσαλονίκη

Ετυμολογία

κατευθύνομαι < παθητική φωνή του ρήματος κατευθύνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατευθύνομαικατευθύνεσαικατευθύνεταικατευθυνόμαστεκατευθύνεστεκατευθύνονται
Παρατατικόςκατευθυνόμουν / κατευθυνόμουνακατευθυνόσουν / κατευθυνόσουνακατευθυνόταν / κατευθυνότανεκατευθυνόμασταν / κατευθυνόμαστεκατευθυνόσασταν / κατευθυνόσαστεκατευθυνόντουσαν / κατευθύνονταν
Αόριστοςκατευθύνθηκακατευθύνθηκεςκατευθύνθηκεκατευθυνθήκαμεκατευθυνθήκατεκατευθυνθήκαν / κατευθυνθήκανε / κατευθύνθηκαν
Μέλλονταςθα κατευθυνθώ / θα κατευθύνομαιθα κατευθυνθείς / θα κατευθύνεσαιθα κατευθυνθεί / θα κατευθύνεταιθα κατευθυνθούμε / θα κατευθυνόμαστεθα κατευθυνθείτε / θα κατευθύνεστεθα κατευθυνθούν / θα κατευθυνθούνε / θα κατευθύνονται
Παρακείμενοςέχω κατευθυνθείέχεις κατευθυνθείέχει κατευθυνθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα κατευθυνθείείχες κατευθυνθείείχε κατευθυνθεί———
Υποτακτικήνα έχω κατευθυνθεί / να κατευθυνθώ / να κατευθύνομαινα έχεις κατευθυνθεί / να κατευθυνθείς / να κατευθύνεσαινα έχει κατευθυνθεί / να κατευθυνθεί / να κατευθύνεταινα κατευθυνθούμε / να κατευθυνόμαστενα κατευθυνθείτε / να κατευθύνεστενα κατευθυνθούν / να κατευθυνθούνε / να κατευθύνονται
Προστακτική—κατευθύνου / κατευθύνσου——κατευθυνθείτε / κατευθύνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →