κατευοδώνω
•
- ξεπροβοδίζω κάποιον που φεύγει και του εύχομαι καλό ταξίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατευοδώνω < (ελληνιστική κοινή) κατευοδόω < κατά + εὖ + ὁδός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατευοδώνω | κατευοδώνεις | κατευοδώνει | κατευοδώνουμε | κατευοδώνετε | κατευοδώνουν / κατευοδώνουνε |
| Παρατατικός | κατευόδωνα | κατευόδωνες | κατευόδωνε | κατευοδώναμε | κατευοδώνατε | κατευοδώναν / κατευοδώνανε / κατευόδωναν |
| Αόριστος | κατευόδωσα | κατευόδωσες | κατευόδωσε | κατευοδώσαμε | κατευοδώσατε | κατευοδώσαν / κατευοδώσανε / κατευόδωσαν |
| Μέλλοντας | θα κατευοδώνω / θα κατευοδώσω | θα κατευοδώνεις / θα κατευοδώσεις | θα κατευοδώνει / θα κατευοδώσει | θα κατευοδώνουμε / θα κατευοδώσουμε | θα κατευοδώνετε / θα κατευοδώσετε | θα κατευοδώνουν / θα κατευοδώνουνε / θα κατευοδώσουν / θα κατευοδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατευοδώσει | έχεις κατευοδώσει | έχει κατευοδώσει | έχουμε κατευοδώσει | έχετε κατευοδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατευοδώσει | είχες κατευοδώσει | είχε κατευοδώσει | είχαμε κατευοδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατευοδώσει / να κατευοδώνω / να κατευοδώσω | να έχεις κατευοδώσει / να κατευοδώνεις / να κατευοδώσεις | να έχει κατευοδώσει / να κατευοδώνει / να κατευοδώσει | να έχουμε κατευοδώσει / να κατευοδώνουμε / να κατευοδώσουμε | να έχετε κατευοδώσει / να κατευοδώνετε / να κατευοδώσετε | να κατευοδώνουν / να κατευοδώνουνε / να κατευοδώσουν / να κατευοδώσουνε |
| Προστακτική | — | κατευόδωνε / κατευόδωσε | — | — | κατευοδώνετε / κατευοδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →