κατεψυγμένος
•
- που έχει καταψυχθεί, για είδη Βικιλεξικό
- κατεψυγμένα τρόφιμα
Ετυμολογία
κατεψυγμένος < μεσαιωνική ελληνική κατεψυγμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταψύχω < κατά + ψύχος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική surgelé)
Άλλοι τύποι
κατεψυγμένακατεψυγμένεκατεψυγμένεςκατεψυγμένηκατεψυγμένηςκατεψυγμένοκατεψυγμένοικατεψυγμένοςκατεψυγμένουκατεψυγμένουςκατεψυγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →