κατεύθυνση
•
- η πορεία που θα ακολουθήσει κάποιος για να περάσει από μία θέση σε άλλο ορισμένο σημείο, πχ. μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστερά, ανατολικά, δυτικά Βικιλεξικό
- οι τέσσερις κατευθύνσεις του ορίζοντα
- μεταφορικάπορεία προς κάποιο στόχο ή κατάσταση Βικιλεξικό
- προς λάθος κατεύθυνση οδηγούν τα νέα μέτρα
- φυσικήμαζί η διεύθυνση και η φορά ενός διανύσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεύθυνση < κατευθύνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατεύθυνση | κατευθύνσεις |
| Γενική | κατεύθυνσης | κατευθύνσεων |
| Αιτιατική | κατεύθυνση | κατευθύνσεις |
| Κλητική | κατεύθυνση | κατευθύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →