Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατεύθυνση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πορεία που θα ακολουθήσει κάποιος για να περάσει από μία θέση σε άλλο ορισμένο σημείο, πχ. μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστερά, ανατολικά, δυτικά Βικιλεξικό
    • οι τέσσερις κατευθύνσεις του ορίζοντα
  2. μεταφορικάπορεία προς κάποιο στόχο ή κατάσταση Βικιλεξικό
    • προς λάθος κατεύθυνση οδηγούν τα νέα μέτρα
  3. φυσικήμαζί η διεύθυνση και η φορά ενός διανύσματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατεύθυνση < κατευθύνω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατεύθυνσηκατευθύνσεις
Γενικήκατεύθυνσηςκατευθύνσεων
Αιτιατικήκατεύθυνσηκατευθύνσεις
Κλητικήκατεύθυνσηκατευθύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →