κατηγορηματικός
•
- που διατυπώνεται με τρόπο που δεν εγείρει αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, με απόλυτο τρόπο Βικιλεξικό
- γραμματικήπου έχει σχέση με κατηγόρημα ή κατηγορούμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατηγορηματικός < κατηγόρημα + -ικός (1. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική catégorique. 2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική prédicatif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηγορηματικός | κατηγορηματική | κατηγορηματικό |
| Γενική | κατηγορηματικού | κατηγορηματικής | κατηγορηματικού |
| Αιτιατική | κατηγορηματικό | κατηγορηματική | κατηγορηματικό |
| Κλητική | κατηγορηματικέ | κατηγορηματική | κατηγορηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηγορηματικοί | κατηγορηματικές | κατηγορηματικά |
| Γενική | κατηγορηματικών | κατηγορηματικών | κατηγορηματικών |
| Αιτιατική | κατηγορηματικούς | κατηγορηματικές | κατηγορηματικά |
| Κλητική | κατηγορηματικοί | κατηγορηματικές | κατηγορηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →