κατηγορητήριο
•
- νομικός όροςνομικό έγγραφο με το οποίο απαγγέλλεται ή εκφράζεται κατηγορία σε κατηγορούμενο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηέκφραση κατηγοριών προς κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατηγορητήριο < κατηγορώ, κατηγορη- + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηγορητήριο | κατηγορητήρια |
| Γενική | κατηγορητήριου / κατηγορητηρίου | κατηγορητηρίων |
| Αιτιατική | κατηγορητήριο | κατηγορητήρια |
| Κλητική | κατηγορητήριο | κατηγορητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →