κατηγοριάρης
•
- λαϊκότροποπου του αρέσει να κατηγορεί κάποιον ή κάποιους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατηγοριάρης < κατηγόρια + -άρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηγοριάρης | κατηγοριάρα | κατηγοριάρικο |
| Γενική | κατηγοριάρη | κατηγοριάρας | κατηγοριάρικου |
| Αιτιατική | κατηγοριάρη | κατηγοριάρα | κατηγοριάρικο |
| Κλητική | κατηγοριάρη | κατηγοριάρα | κατηγοριάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηγοριάρηδες | κατηγοριάρες | κατηγοριάρικα |
| Γενική | κατηγοριάρηδων | — | κατηγοριάρικων |
| Αιτιατική | κατηγοριάρηδες | κατηγοριάρες | κατηγοριάρικα |
| Κλητική | κατηγοριάρηδες | κατηγοριάρες | κατηγοριάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →