κατηγοριοποιούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος κατηγοριοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατηγοριοποιούμαι | κατηγοριοποιείσαι | κατηγοριοποιείται | κατηγοριοποιούμαστε | κατηγοριοποιείστε | κατηγοριοποιούνται |
| Παρατατικός | κατηγοριοποιούμουν | κατηγοριοποιούσουν | κατηγοριοποιούνταν | κατηγοριοποιούμασταν / κατηγοριοποιούμαστε | κατηγοριοποιούσασταν / κατηγοριοποιούσαστε | κατηγοριοποιούνταν |
| Αόριστος | κατηγοριοποιήθηκα | κατηγοριοποιήθηκες | κατηγοριοποιήθηκε | κατηγοριοποιηθήκαμε | κατηγοριοποιηθήκατε | κατηγοριοποιήθηκαν / κατηγοριοποιηθήκαν / κατηγοριοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κατηγοριοποιηθώ / θα κατηγοριοποιούμαι | θα κατηγοριοποιείσαι / θα κατηγοριοποιηθείς | θα κατηγοριοποιείται / θα κατηγοριοποιηθεί | θα κατηγοριοποιηθούμε / θα κατηγοριοποιούμαστε | θα κατηγοριοποιείστε / θα κατηγοριοποιηθείτε | θα κατηγοριοποιηθούν / θα κατηγοριοποιηθούνε / θα κατηγοριοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω κατηγοριοποιηθεί | έχεις κατηγοριοποιηθεί | έχει κατηγοριοποιηθεί | έχουμε κατηγοριοποιηθεί | έχετε κατηγοριοποιηθεί | έχουν κατηγοριοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατηγοριοποιηθεί | είχες κατηγοριοποιηθεί | είχε κατηγοριοποιηθεί | είχαμε κατηγοριοποιηθεί | είχατε κατηγοριοποιηθεί | είχαν κατηγοριοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω κατηγοριοποιηθεί / να κατηγοριοποιηθώ / να κατηγοριοποιούμαι | να έχεις κατηγοριοποιηθεί / να κατηγοριοποιείσαι / να κατηγοριοποιηθείς | να έχει κατηγοριοποιηθεί / να κατηγοριοποιείται / να κατηγοριοποιηθεί | να έχουμε κατηγοριοποιηθεί / να κατηγοριοποιηθούμε / να κατηγοριοποιούμαστε | να έχετε κατηγοριοποιηθεί / να κατηγοριοποιείστε / να κατηγοριοποιηθείτε | να έχουν κατηγοριοποιηθεί / να κατηγοριοποιηθούν / να κατηγοριοποιηθούνε / να κατηγοριοποιούνται |
| Προστακτική | — | κατηγοριοποιήσου | — | — | κατηγοριοποιείστε / κατηγοριοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →