κατηγορούμενος
- νομικός όροςπου του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, που του έχει απαγγελθεί κατηγορία σε δικαστήριο Βικιλεξικό
- Τα στοιχεία που του αναφέρανε δεν τον έπεισαν πως ο κατηγορούμενος ήταν πραγματικά ένοχος. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- γενικότεραπου κατηγορείται για κάποια πράξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατηγορούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κατηγορώ :* για το ουσιαστικό < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἱ κατηγορούμενοι (έκφραση στον πληθυντικό) > αρχαία ελληνική κατηγορούμενος, μετοχή μεσοπαθητικού ενεστώτα (κατηγοροῦμαι) του ρήματος κατηγορῶ (κατηγορέω), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική accusé. Συγχρονικά ορίζεται ως ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής κατηγορούμενος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηγορούμενος | κατηγορούμενοι |
| Γενική | κατηγορουμένου / κατηγορούμενου | κατηγορουμένων / κατηγορούμενων |
| Αιτιατική | κατηγορούμενο | κατηγορουμένους / κατηγορούμενους |
| Κλητική | κατηγορούμενε | κατηγορούμενοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →