Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατηφορικός

/ka.ti.fo.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εμφανίζει κατωφέρεια, που είναι επικλινής Βικιλεξικό
    • Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
  2. που έχει σχέση με τον κατήφορο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατηφορικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατηφορικός / κατωφορικός < κατήφορος < ελληνιστική κοινή κατώφορος < αρχαία ελληνική καταφερής < καταφέρω < κατά + φέρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατηφορικόςκατηφορικήκατηφορικό
Γενικήκατηφορικούκατηφορικήςκατηφορικού
Αιτιατικήκατηφορικόκατηφορικήκατηφορικό
Κλητικήκατηφορικέκατηφορικήκατηφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατηφορικοίκατηφορικέςκατηφορικά
Γενικήκατηφορικώνκατηφορικώνκατηφορικών
Αιτιατικήκατηφορικούςκατηφορικέςκατηφορικά
Κλητικήκατηφορικοίκατηφορικέςκατηφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →