κατηχητική
•
- θρησκείαθεολογικός κλάδος με αντικείμενό του την κατήχηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατηχητική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου κατηχητικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική catéchisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηχητική | — |
| Γενική | κατηχητικής | — |
| Αιτιατική | κατηχητική | — |
| Κλητική | κατηχητική | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →