κατηχούμενος
•
- θρησκείαπου κατηχείται Βικιλεξικό
- θρησκείαπου τον προετοίμαζαν με ειδική κατήχηση, προκειμένου να βαπτιστεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου περνά από διαδικασία διδαχής ιδεών και αρχών, δοκιμή μύησης ή ένταξης σε οργάνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατηχούμενος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατηχούμενος, μετοχή ενεστώτα του ρήματος κατηχοῦμαι, παθητική φωνή του ρήματος κατηχῶ (κατηχέω :* και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής κατηχούμενος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηχούμενος | κατηχούμενοι |
| Γενική | κατηχουμένου / κατηχούμενου | κατηχουμένων / κατηχούμενων |
| Αιτιατική | κατηχούμενο | κατηχουμένους / κατηχούμενους |
| Κλητική | κατηχούμενε | κατηχούμενοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →