κατινίζω
•
- προφορικόσυμπεριφέρομαι σαν Κατίνα, κουτσομπολεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατινίζω < όνομα Κατίν(α) (στη μεταφορική σημασία) + -ιάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατινίζω | κατινίζεις | κατινίζει | κατινίζουμε | κατινίζετε | κατινίζουν / κατινίζουνε |
| Παρατατικός | κατίνιζα | κατίνιζες | κατίνιζε | κατινίζαμε | κατινίζατε | κατίνιζαν / κατινίζαν / κατινίζανε |
| Μέλλοντας | θα κατινίζω | θα κατινίζεις | θα κατινίζει | θα κατινίζουμε | θα κατινίζετε | θα κατινίζουν / θα κατινίζουνε |
| Υποτακτική | να κατινίζω | να κατινίζεις | να κατινίζει | να κατινίζουμε | να κατινίζετε | να κατινίζουν / να κατινίζουνε |
| Προστακτική | — | κατινίζε | — | — | κατινίζετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →