Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατιτίς

/ka.tiˈtis/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποκατιτί, κάτι Βικιλεξικό
    • Ελόγου μου έδωκα το κατιτίς μου στον έρανο του παπα-Λια.

Ετυμολογία

κατιτίς < ουσιαστικοποιημένη αόριστη αντωνυμία κατιτίς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κατιτίς

/ka.tiˈtis/αντωνυμία
•
  1. λαϊκότροποκατιτί, κάτι Βικιλεξικό
    • Ε! μα να σου δώσω κατιτίς για τον κόπο σου!

Ετυμολογία

κατιτίς < κατιτί + -ς κατά το τίποτις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →