κατιών
•
- ο κατερχόμενος, που κατεβαίνει, αυτός που ακολουθεί φθίνουσα πορεία, και όταν αυτή είναι χρονική, σημαίνει κατά σειρά τους επόμενους Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: κατιόντας
- φυσικήκατιόν: ιόν με θετικό ηλεκτρικό φορτίο που πάει προς την κάθοδο κατά τη διαδικασία της ηλεκτρόλυσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατιών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατιών < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κάτειμι < (κατά) κατ- + εἶμι :* για τον όρο της φυσικής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική cation < αρχαία ελληνική κατιόν (αντιδάνειο) :* για την κατιούσα μουσική κλίμακα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική gamme descendente
Άλλοι τύποι
κατιουσώνκατιούσακατιούσαςκατιούσεςκατιούσηςκατιόνκατιόντακατιόνταςκατιόντεςκατιόντοςκατιόντωνκατιών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →