κατοπτρίζω
•
- λόγιοκαθρεφτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατοπτρίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατοπτρίζω < αρχαία ελληνική κάτοπτρον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατοπτρίζω | κατοπτρίζεις | κατοπτρίζει | κατοπτρίζουμε | κατοπτρίζετε | κατοπτρίζουν / κατοπτρίζουνε |
| Παρατατικός | κατόπτριζα | κατόπτριζες | κατόπτριζε | κατοπτρίζαμε | κατοπτρίζατε | κατοπτρίζαν / κατοπτρίζανε / κατόπτριζαν |
| Αόριστος | κατόπτρισα | κατόπτρισες | κατόπτρισε | κατοπτρίσαμε | κατοπτρίσατε | κατοπτρίσαν / κατοπτρίσανε / κατόπτρισαν |
| Μέλλοντας | θα κατοπτρίζω / θα κατοπτρίσω | θα κατοπτρίζεις / θα κατοπτρίσεις | θα κατοπτρίζει / θα κατοπτρίσει | θα κατοπτρίζουμε / θα κατοπτρίσουμε | θα κατοπτρίζετε / θα κατοπτρίσετε | θα κατοπτρίζουν / θα κατοπτρίζουνε / θα κατοπτρίσουν / θα κατοπτρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατοπτρίσει | έχεις κατοπτρίσει | έχει κατοπτρίσει | έχουμε κατοπτρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατοπτρίσει | είχες κατοπτρίσει | είχε κατοπτρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατοπτρίσει / να κατοπτρίζω / να κατοπτρίσω | να έχεις κατοπτρίσει / να κατοπτρίζεις / να κατοπτρίσεις | να έχει κατοπτρίσει / να κατοπτρίζει / να κατοπτρίσει | να έχουμε κατοπτρίσει / να κατοπτρίζουμε / να κατοπτρίσουμε | να κατοπτρίζετε / να κατοπτρίσετε | να κατοπτρίζουν / να κατοπτρίζουνε / να κατοπτρίσουν / να κατοπτρίσουνε |
| Προστακτική | — | κατόπτριζε / κατόπτρισε | — | — | κατοπτρίζετε / κατοπτρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατοπτρίστηκακατοπτρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →