κατούνα
•
- δημοτικήοι αποσκευές, ιδίως ενός ταξιδιώτη Βικιλεξικό
- δημοτικήτο σύνολο των πραγμάτων σ' ένα σπίτι, το νοικοκυριό Βικιλεξικό
- «δεν έχω τίποτε στην κατούνα μου να σας φιλέψω»
Ετυμολογία
κατούνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατούνα / κατοῦνα < γαλλική canton
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατούνα | κατούνες |
| Γενική | κατούνας | κατουνών |
| Αιτιατική | κατούνα | κατούνες |
| Κλητική | κατούνα | κατούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →