κατράμη
•
- η πισσάσφαλτος Βικιλεξικό
- Ἡ κατράμη εἶνε προϊὸν ἀνάλογον τῆς λιπαρᾶς ἢ Μελαίνης πίσσης (brais gras ἢ poix noire) ἀλλ’ εἶνε πολὺ ταύτης ἀκαθαρτωτέρα.
Ετυμολογία
κατράμη < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →