κατραμωμένος
•
- που τον έχουν κατραμώσει Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: που φέρει κατράμι Βικιλεξικό
- κατραμωμένο συρματόσχοινο
Ετυμολογία
κατραμωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κατραμώνω
Άλλοι τύποι
κατραμωμένακατραμωμένεκατραμωμένεςκατραμωμένηκατραμωμένηςκατραμωμένοκατραμωμένοικατραμωμένοςκατραμωμένουκατραμωμένουςκατραμωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →