Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατραμόκολος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςο ναύτης της κουβέρτας Βικιλεξικό
    • Εγώ ήμουν απλά Δόκιμος καταστρώματος, κατραμόκολος, έβλεπα, άκουγα και μάθαινα. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να γίνω γνώστης των πλοίων και κυρίως της ναυτικής τέχνης, κατάρτισης και της ναυτικής ζωής των ποντοπόρων πλοίων και των θαλασσοπόρων ναυτικών. Αυτή την εποχή έκανα όλες τις δουλειές στο πλοίο τόσο για βοήθεια, όσο και για μάθηση, εκπαίδευση και για να αποκτήσω πείρα από την πλευρά την δικιά μου. (*)
    • Κοράλλι ὁ κατραμόκωλος βαστάει νὰ σὲ φιλέψει. (Νίκος Καββαδίας, Μουσώνας)

Ετυμολογία

κατραμόκολος < κατράμι + -κολος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατραμόκολοςκατραμόκολοι
Γενικήκατραμόκολουκατραμόκολων
Αιτιατικήκατραμόκολοκατραμόκολους
Κλητικήκατραμόκολεκατραμόκολοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →