κατραμώνω
•
- πισσώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατραμώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατραμώνω | κατραμώνεις | κατραμώνει | κατραμώνουμε | κατραμώνετε | κατραμώνουν / κατραμώνουνε |
| Παρατατικός | κατράμωνα | κατράμωνες | κατράμωνε | κατραμώναμε | κατραμώνατε | κατράμωναν / κατραμώναν / κατραμώνανε |
| Αόριστος | κατράμωσα | κατράμωσες | κατράμωσε | κατραμώσαμε | κατραμώσατε | κατράμωσαν / κατραμώσαν / κατραμώσανε |
| Μέλλοντας | θα κατραμώνω / θα κατραμώσω | θα κατραμώνεις / θα κατραμώσεις | θα κατραμώνει / θα κατραμώσει | θα κατραμώνουμε / θα κατραμώσουμε | θα κατραμώνετε / θα κατραμώσετε | θα κατραμώνουν / θα κατραμώνουνε / θα κατραμώσουν / θα κατραμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατραμώσει | έχεις κατραμώσει | έχει κατραμώσει | έχουμε κατραμώσει | έχετε κατραμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατραμώσει | είχες κατραμώσει | είχε κατραμώσει | είχαμε κατραμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατραμώσει / να κατραμώνω / να κατραμώσω | να έχεις κατραμώσει / να κατραμώνεις / να κατραμώσεις | να έχει κατραμώσει / να κατραμώνει / να κατραμώσει | να έχουμε κατραμώσει / να κατραμώνουμε / να κατραμώσουμε | να έχετε κατραμώσει / να κατραμώνετε / να κατραμώσετε | να κατραμώνουν / να κατραμώνουνε / να κατραμώσουν / να κατραμώσουνε |
| Προστακτική | — | κατράμωνε / κατράμωσε | — | — | κατραμώνετε / κατραμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →