Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατσίγαρος

/kaˈt͡si.ɣa.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βιολογίαβασικό υποπροϊόν σε υγρή μορφή που εξάγεται από τα ελαιοτριβεία Βικιλεξικό
    • Η διαχείριση των υγρών αποβλήτων των ελαιουργείων (κατσίγαρος) αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα για τις χώρες παραγωγής ελαιόλαδου. Αποτελεσματική και συνολική λύση του προβλήματος δεν έχει βρεθεί και ένας από τους τρόπους «διαχείρισης» των φυτικών αυτών υγρών που έχει καθιερωθεί την τελευταία δεκαπενταετία στην Κρήτη, είναι η απ’ ευθείας διοχέτευση τους σε εξατμισοδεξαμενές.
    • Ωστόσο, παρά τα οικονομικά οφέλη, τα παραπροϊόντα της ελαιουργίας αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα οικολογικά προβλήματα των χωρών της Μεσογείου. Κυρίως τα υγρά απόβλητα (κατσίγαρος) καταλήγουν ακατέργαστα στο περιβάλλον, προκαλώντας διάφορες διαταραχές του οικολογικού συστήματος
    • Στη χώρα μας η παραγώμενη ποσότητα κατσίγαρου υπολογίζεται περί τους 1.800.000 τόνους το χρόνο.

Ετυμολογία

κατσίγαρος < κατσήγαρος με απλοποίηση ορθογραφίας < κατση- < κακη- με τσιτακισμό < κακο- (όπως η εκδοχή ετυμολόγησης κακηποδιά > κατσηποδιά > κατσιποδιά) + γάρος (αρσενικό) (στη σημασία: άχρηστο υγρό που απομένει μετά την έκθλιψη των ελιών) < αρχαία ελληνική γάρος (είδος σάλτσας) / γάρον (ουδέτερο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατσίγαροςκατσίγαροι
Γενικήκατσίγαρουκατσίγαρων
Αιτιατικήκατσίγαροκατσίγαρους
Κλητικήκατσίγαρεκατσίγαροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →