κατσαμάκι
•
- παρωχημένουπεκφυγή, πρόφαση Βικιλεξικό
- παρωχημένονάζι Βικιλεξικό
- γαστρονομίακουρκούτι από καλαμποκάλευρο Βικιλεξικό
- Bράζουμε το γάλα σε ένα κατσαρολάκι και ρίχνουμε λίγο λίγο το καλαμποκάλευρο ανακατεύοντας με μια ξύλινη κουτάλα. Xαμηλώνουμε τη φωτιά και βράζουμε το μείγμα για 15 λεπτά περίπου μέχρι να δέσει και να μοιάζει με σφιχτή κρέμα. Προσθέτουμε το βούτυρο Kερκύρας και ανακατεύουμε μέχρι να ενσωματωθεί με το κατσαμάκι. (*)
Ετυμολογία
κατσαμάκι < τουρκική kaçamak
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσαμάκι | κατσαμάκια |
| Γενική | κατσαμακιού | κατσαμακιών |
| Αιτιατική | κατσαμάκι | κατσαμάκια |
| Κλητική | κατσαμάκι | κατσαμάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →