κατσιάζω
•
- για γάταγίνομαι αδύναμος και χάνω το τρίχωμά μου Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάτι να μαραθεί Βικιλεξικό
- αμετάβατομαραζώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσιάζω < κατσί + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατσιάζω | κατσιάζεις | κατσιάζει | κατσιάζουμε | κατσιάζετε | κατσιάζουν / κατσιάζουνε |
| Παρατατικός | κάτσιαζα | κάτσιαζες | κάτσιαζε | κατσιάζαμε | κατσιάζατε | κάτσιαζαν / κατσιάζαν / κατσιάζανε |
| Αόριστος | κάτσιασα | κάτσιασες | κάτσιασε | κατσιάσαμε | κατσιάσατε | κάτσιασαν / κατσιάσαν / κατσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κατσιάζω / θα κατσιάσω | θα κατσιάζεις / θα κατσιάσεις | θα κατσιάζει / θα κατσιάσει | θα κατσιάζουμε / θα κατσιάσουμε | θα κατσιάζετε / θα κατσιάσετε | θα κατσιάζουν / θα κατσιάζουνε / θα κατσιάσουν / θα κατσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατσιάσει | έχεις κατσιάσει | έχει κατσιάσει | έχουμε κατσιάσει | έχετε κατσιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατσιάσει | είχες κατσιάσει | είχε κατσιάσει | είχαμε κατσιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατσιάσει / να κατσιάζω / να κατσιάσω | να έχεις κατσιάσει / να κατσιάζεις / να κατσιάσεις | να έχει κατσιάσει / να κατσιάζει / να κατσιάσει | να έχουμε κατσιάσει / να κατσιάζουμε / να κατσιάσουμε | να έχετε κατσιάσει / να κατσιάζετε / να κατσιάσετε | να κατσιάζουν / να κατσιάζουνε / να κατσιάσουν / να κατσιάσουνε |
| Προστακτική | — | κάτσιαζε / κάτσιασε | — | — | κατσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →