Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατσιβέλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του κατσίβελος, η τσιγγάνα, η γύφτισσα Βικιλεξικό
    • Όμορφή μου κατσιβέλα, / στο τσαντίρι σου μην πας, / να σε χάσει, να σε χάσει / ο τσιγγάνος π’ αγαπάς. (από τραγούδι του Γιώργου Μητσάκη)
    • Και τα φρούτα το ίδιο, απ' έξω ωραία και μέσα χωρίς γεύση. Δοκίμασα ροδάκινα και βερίκοκα με ωραία εμφάνιση και δεν τρώγονταν. Όλα είναι απ' έξω "μπέλα" και από μέσα "κατσιβέλα". (Αλέκος Φασιανός, Το μάτι του ζωγράφου, εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση, σελ.84)

Ετυμολογία

κατσιβέλα < κατσίβελ(ος) + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατσιβέλακατσιβέλες
Γενικήκατσιβέλας—
Αιτιατικήκατσιβέλακατσιβέλες
Κλητικήκατσιβέλακατσιβέλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →